OCEANS
- epipelagic
- επιπελαγικός
- mesopelagic
- μεσοπελαγικός
- bathypelagic
- βαθυπελαγικός
- stable
- σταθερός
- plankton
- πλαγκτό
- phytoplankton
- φυτοπλαγκτό
- zooplankton
- ζωοπλαγκτό
- dinoflagellate
- δινομαστιγωτά
- diatom
- διάτομο
- diverse
- ποικίλος
- copepod
- κωπήποδα
- larva, pl. larvae
- προνύμφη, πλ. προνύμφες
- sedentary
- εδραίος
- disperse (v.)
- διασκορπίζω
- transparent
- διάφανος
- camouflage
- καμουφλάζ
- drift (v.)
- παρασύρω
- migrate (v.)
- μεταναστεύω
- conserve (v.)
- συντηρώ
- blowhole
- φυσητήρας

